Πολλοί ατμοσφαιρικοί ρύποι, συμπεριλαμβανομένων των μικροσωματιδίων και του διοξειδίου του αζώτου, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξη μηνιγγιωμάτων – όγκων που σχηματίζονται στο περίβλημα του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.
«Έχει αποδειχθεί ότι διάφοροι τύποι ατμοσφαιρικής ρύπανσης έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, ενώ τα υπερβολικά μικρά σωματίδια μπορούν να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να επηρεάσουν άμεσα τον εγκεφαλικό ιστό», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Ulla Hvidtfeldt, από το Δανικό Ινστιτούτο Καρκίνου στην Κοπεγχάγη.
«Η μελέτη μας υποδηλώνει ότι η μακροχρόνια έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση των αυτοκινήτων και άλλες πηγές ρύπανσης, μπορεί να παίζει ρόλο στην ανάπτυξη μηνιγγιώματος και αυξάνει τα αποδεικτικά στοιχεία ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να επηρεάσει -εκτός από την καρδιά και τους πνεύμονες- και τον εγκέφαλο», πρόσθεσε.
Τα συμπτώματα του μηνιγγιώματος περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, ζάλη, ναυτία, αλλαγές στην όραση, απώλεια ακοής, επιληπτικές κρίσεις, προβλήματα μνήμης, μυϊκή αδυναμία ή παράλυση και αλλαγές στη συμπεριφορά .
Τα μηνιγγιώματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με χειρουργική επέμβαση, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια ενήλικες στη Δανία για μια περίοδο 21 ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, περίπου 16.600 ανέπτυξαν όγκους στον εγκέφαλο ή στον νωτιαίο μυελό, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 4.600 που ανέπτυξαν μηνιγγίωμα.
Με βάση τις διευθύνσεις τους, οι ερευνητές εκτίμησαν τη μακροχρόνια έκθεσή τους στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στα άτομα με την υψηλότερη έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση, το ποσοστό μηνιγγιώματος ήταν τριπλάσιο σε σύγκριση με εκείνα με τη χαμηλότερη έκθεση, 0,2% του πληθυσμού έναντι 0,06%.
Επιπλέον, ο κίνδυνος αυξανόταν με την αύξηση της έκθεσης σε διάφορους ατμοσφαιρικούς ρύπους.
Για παράδειγμα, οι άνθρωποι είχαν 21% υψηλότερο κίνδυνο μηνιγγιώματος για κάθε αύξηση 4 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο στην έκθεση σε λεπτά σωματίδια ή αερομεταφερόμενα σωματίδια διαμέτρου 2,5 μικρομέτρων. Συγκριτικά, μια ανθρώπινη τρίχα έχει διάμετρο 50 έως 70 μικρόμετρα.
Ομοίως, είχαν:
Δεν βρέθηκε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των ατμοσφαιρικών ρύπων και των πιο επιθετικών όγκων του εγκεφάλου.
Γιατροί στο σπίτι σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και άλλες περιοχές
Με ένα τηλεφώνημα στο 1151, εξειδικευμένοι ιατροί έρχονται άμεσα στον χώρο σας για ποιοτική φροντίδα χωρίς μετακινήσεις.
Καλέστε στο 1151«Ενώ η έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις των πολύ μικρών σωματιδίων στην υγεία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν μια πιθανή σχέση μεταξύ της έκθεσης σε μικροσωματίδια που προέρχονται από τους ρύπους των οχημάτων και της ανάπτυξης μηνιγγιώματος», δήλωσε η Hvidtfeldt.
Οι ερευνητές σημείωσαν ότι ο σχεδιασμός της μελέτης δεν μπορεί να αποδείξει άμεση σχέση αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ των ατμοσφαιρικών ρύπων και του μηνιγγιώματος, αλλά μόνο μια συσχέτιση.
«Απαιτούνται περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα, αλλά αν ο καθαρισμός της ατμόσφαιρας μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου εγκεφαλικών όγκων, αυτό θα μπορούσε να έχει πραγματική σημασία για τη δημόσια υγεία», πρόσθεσε η Hvidtfeldt.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Neurology.
Πολλοί ατμοσφαιρικοί ρύποι, συμπεριλαμβανομένων των μικροσωματιδίων και του διοξειδίου του αζώτου, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξη μηνιγγιωμάτων – όγκων που σχηματίζονται στο περίβλημα του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.
«Έχει αποδειχθεί ότι διάφοροι τύποι ατμοσφαιρικής ρύπανσης έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, ενώ τα υπερβολικά μικρά σωματίδια μπορούν να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να επηρεάσουν άμεσα τον εγκεφαλικό ιστό», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Ulla Hvidtfeldt, από το Δανικό Ινστιτούτο Καρκίνου στην Κοπεγχάγη.
«Η μελέτη μας υποδηλώνει ότι η μακροχρόνια έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση των αυτοκινήτων και άλλες πηγές ρύπανσης, μπορεί να παίζει ρόλο στην ανάπτυξη μηνιγγιώματος και αυξάνει τα αποδεικτικά στοιχεία ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να επηρεάσει -εκτός από την καρδιά και τους πνεύμονες- και τον εγκέφαλο», πρόσθεσε.
Τα συμπτώματα του μηνιγγιώματος περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, ζάλη, ναυτία, αλλαγές στην όραση, απώλεια ακοής, επιληπτικές κρίσεις, προβλήματα μνήμης, μυϊκή αδυναμία ή παράλυση και αλλαγές στη συμπεριφορά .
Τα μηνιγγιώματα μπορούν να αντιμετωπιστούν με χειρουργική επέμβαση, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια ενήλικες στη Δανία για μια περίοδο 21 ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, περίπου 16.600 ανέπτυξαν όγκους στον εγκέφαλο ή στον νωτιαίο μυελό, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 4.600 που ανέπτυξαν μηνιγγίωμα.
Με βάση τις διευθύνσεις τους, οι ερευνητές εκτίμησαν τη μακροχρόνια έκθεσή τους στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στα άτομα με την υψηλότερη έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση, το ποσοστό μηνιγγιώματος ήταν τριπλάσιο σε σύγκριση με εκείνα με τη χαμηλότερη έκθεση, 0,2% του πληθυσμού έναντι 0,06%.
Επιπλέον, ο κίνδυνος αυξανόταν με την αύξηση της έκθεσης σε διάφορους ατμοσφαιρικούς ρύπους.
Για παράδειγμα, οι άνθρωποι είχαν 21% υψηλότερο κίνδυνο μηνιγγιώματος για κάθε αύξηση 4 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο στην έκθεση σε λεπτά σωματίδια ή αερομεταφερόμενα σωματίδια διαμέτρου 2,5 μικρομέτρων. Συγκριτικά, μια ανθρώπινη τρίχα έχει διάμετρο 50 έως 70 μικρόμετρα.
Ομοίως, είχαν:
Δεν βρέθηκε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των ατμοσφαιρικών ρύπων και των πιο επιθετικών όγκων του εγκεφάλου.
«Ενώ η έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις των πολύ μικρών σωματιδίων στην υγεία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν μια πιθανή σχέση μεταξύ της έκθεσης σε μικροσωματίδια που προέρχονται από τους ρύπους των οχημάτων και της ανάπτυξης μηνιγγιώματος», δήλωσε η Hvidtfeldt.
Οι ερευνητές σημείωσαν ότι ο σχεδιασμός της μελέτης δεν μπορεί να αποδείξει άμεση σχέση αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ των ατμοσφαιρικών ρύπων και του μηνιγγιώματος, αλλά μόνο μια συσχέτιση.
«Απαιτούνται περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα, αλλά αν ο καθαρισμός της ατμόσφαιρας μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου εγκεφαλικών όγκων, αυτό θα μπορούσε να έχει πραγματική σημασία για τη δημόσια υγεία», πρόσθεσε η Hvidtfeldt.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Neurology.