Εμβόλια και νεοπλασίες: Οδηγίες από τη Θεραπευτική Κλινική του ΕΚΠΑ

  • Post category:Blog
  • Post last modified:24/09/2025
  • Reading time:10 mins read

Οι ασθενείς με νεοπλασίες συμπαγών οργάνων και αιματολογικές κακοήθειες είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι στις λοιμώξεις. Τόσο το ίδιο το νόσημα όσο και η αντικαρκινική θεραπεία μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα του οργανισμού να τις αντιμετωπίζει. Καθώς αποτελούν από τις σημαντικότερες αιτίες νοσηρότητας που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο ανοσοκοτεσταλμένους ασθενείς, ο εμβολιασμός καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη των σοβαρών λοιμώξεων σε ασθενείς με καρκίνο.

Οι εξειδικευμένοι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα, Διευθυντής της οποίας είναι ο Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ Θάνος Δημόπουλος, προχώρησαν σε μια σύνοψη των οδηγιών εμβολιασμού, με βάση το Εθνικό Εμβολιαστικό Πρόγραμμα 2025 και τις κατευθυντήριες οδηγίες σε Ογκολογία και Αιματολογία.

Συστήνεται ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός για όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς άνω των 65 ετών μπορούν να εμβολιάζονται και με τα ενισχυμένα τετραδύναμα αδρανοποιημένα εμβόλια QIV-HD (εμβόλιο υψηλής δόσης) και aQIV (εμβόλιο με ανοσοενισχυτικό). Ειδικά για τους ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα συστήνεται η χορήγηση 2 δόσεων με ένα μήνα διαφορά, σύμφωνα με τις οδηγίες της Παγκόσμιας Ομάδας Μελέτης του Πολλαπλού Μυελώματος. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνεται 1 δόση 3-12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Συστήνεται ο αναμνηστικός εμβολιασμός με επικαιροποιημένο εμβόλιο τουλάχιστον 3 μήνες μετά από την τελευταία δόση ή από την τελευταία νόσηση από SARS-CoV-2, ειδικά σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω ή/και σε άτομα με ανοσοκαταστολή. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συστήνεται σχήμα 3 δόσεων από τους 3 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Μπορεί να συγχορηγηθεί με το αντιγριπικό εμβόλιο.

Συστήνεται 1 δόση συζευγμένου εμβολίου PCV20. Αν έχει προηγηθεί εμβολιασμός με PCV13 και PPSV23, τότε ακολουθεί 1 άπαξ δόση PCV20 τουλάχιστον 5 χρόνια μετά την τελευταία δόση. Αν έχει προηγηθεί είτε το PCV13 είτε το PPSV23, τότε διενεργείται 1 άπαξ δόση PCV20 ένα έτος αργότερα. Αν δεν έχει προηγηθεί καμία δόση με PCV13 ή με PPSV23, τότε διενεργείται 1 δόση PCV20. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνονται 3 δόσεις PCV20 ανά 1-2 μήνες ξεκινώντας 3-6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση, καθώς και μια 4η δόση τουλάχιστον 6 μήνες μετά την 3η δόση ή 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Συστήνεται 1 δόση του εμβολίου σε άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, σε άτομα ηλικίας 60-74 με αυξημένο κίνδυνο όπως ανοσοκαταστολή (φαρμακευτική ή λόγω νόσου). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνεται 1 δόση μετά τους 3 μήνες από τη μεταμόσχευση.

Συστήνονται 3 δόσεις 6 μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων σε μεσοδιάστημα 1-2 μηνών. Στα υπόλοιπα άτομα με ανοσοκαταστολή χορηγείται 1 δόση εφόσον δεν έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν.

Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων 6 μήνες πριν, συστήνονται 2 δόσεις εμβολίου για το μηνιγγιτιδόκοκκο Β (MenB) και 2-3 δόσεις τετραδύναμου εμβολίου MenACWY για το μηνιγγιτιδόκοκκο σε μεσοδιάστημα 2 μηνών.

Συστήνεται 1 δόση Tdap εάν δεν έχει προηγηθεί εμβολιασμός, και ακολούθως Td ή Tdap κάθε 10 έτη. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνονται 3 δόσεις DTap ξεκινώντας 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Συστήνεται η χορήγηση 2 δόσεων ανασυνδυασμένου εμβολίου σε μεσοδιάστημα 2 έως 6 μηνών σε ηλικία 60 ετών και άνω σε ανοσοεπαρκείς. Σε 18 ετών και άνω με ανοσοκαταστολή, η σύσταση είναι η δεύτερη δόση να γίνεται 1-2 μήνες από την πρώτη. Το RZV είναι ασφαλές και αποτελεσματικό όταν χορηγείται ένα χρόνο μετά από νόσηση από έρπητα ζωστήρα και 5 ή περισσότερα χρόνια μετά από προηγούμενο εμβολιασμό με ζώντα εξασθενημένο ιό (ZVL). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνονται 2 δόσεις με μεσοδιάστημα 1-2 μήνες ξεκινώντας στους 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Η διακοπή λήψης προφυλακτικής αντι-ιικής αγωγής για τον έρπητα μετά τον εμβολιασμό θα πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό σύμφωνα με τις εκάστοτε κατευθυντήριες οδηγίες σε εξατομικευμένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα κάποιοι ασθενείς να εμφανίζουν μειωμένη ανοσολογική απόκριση στον εμβολιασμό.

Συστήνονται 3 δόσεις για επίνοσους ενήλικες που δεν έχουν εμβολιασθεί στην παιδική ηλικία και ανήκουν σε ομάδες ατόμων σε αυξημένο κίνδυνο (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια ηπατική νόσο, ηπατίτιδα C, αιμοδιάλυση, υψηλού κινδύνου σεξουαλικές συνήθειες) ή 6 μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων με ακόλουθο έλεγχο αντισωματικής απάντησης.

Συστήνονται 2 δόσεις σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου να αναπτύξουν ηπατίτιδα Α.

Γιατροί στο σπίτι σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και άλλες περιοχές

Με ένα τηλεφώνημα στο 1151, εξειδικευμένοι ιατροί έρχονται άμεσα στον χώρο σας για ποιοτική φροντίδα χωρίς μετακινήσεις.

Καλέστε στο 1151

Το HPV9 συνιστάται για ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18-45 ετών με κακοήθη νεοπλάσματα ή/και ανοσοκαταστολή, καθώς και σε γυναίκες που είναι ανεμβολίαστες και έχουν υποβληθεί ή πρόκειται να υποβληθούν σε κωνοειδή εκτομή (CIN2+). Συνιστάται η διενέργεια δύο δόσεων με μεσοδιάστημα 6 μηνών (σχήμα 0, 6) με εξαίρεση άτομα με λοίμωξη HIV και άτομα με ανοσοκαταστολή ή λήψη ανοσοκατασταλτικής αγωγής στα οποία συνιστάται η διενέργεια τριών δόσεων (σχήμα 0, 1–2, 6 μήνες). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συνιστάται σχήμα 3 δόσεων από τον 6ο μήνα και έπειτα.

Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συστήνονται 3 δόσεις μετά τους 6 μήνες από τη μεταμόσχευση.

Τα άτομα που γεννήθηκαν πριν το 1970 θεωρούνται άνοσα. Όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970, θα πρέπει να έχουν εμβολιασθεί με δύο δόσεις MMR, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων μεταξύ των δόσεων, εκτός αν υπάρχει αντένδειξη ή ιστορικό νόσου. Σε ασθενείς με κακοήθειες, ο εμβολιασμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ανάγκη ανοσοποίησης θα πρέπει να αξιολογείται μετά τα 2 έτη σε εξατομικευμένη βάση.

Όλοι οι ενήλικες που γεννήθηκαν μετά το 1990 και δεν έχουν αποδεδειγμένη ανοσία στην ανεμευλογιά (προηγηθείσα νόσηση ή εμβολιασμό), πρέπει να εμβολιάζονται με 2 δόσεις εμβολίου ανεμευλογιάς, εκτός και υπάρχει αντένδειξη. Σε ασθενείς με κακοήθειες, ο εμβολιασμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ανάγκη ανοσοποίησης θα πρέπει να αξιολογείται μετά τα 2 έτη σε εξατομικευμένη βάση.

Οι ασθενείς με νεοπλασίες συμπαγών οργάνων και αιματολογικές κακοήθειες είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι στις λοιμώξεις. Τόσο το ίδιο το νόσημα όσο και η αντικαρκινική θεραπεία μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα του οργανισμού να τις αντιμετωπίζει. Καθώς αποτελούν από τις σημαντικότερες αιτίες νοσηρότητας που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο ανοσοκοτεσταλμένους ασθενείς, ο εμβολιασμός καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη των σοβαρών λοιμώξεων σε ασθενείς με καρκίνο.

Οι εξειδικευμένοι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα, Διευθυντής της οποίας είναι ο Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ Θάνος Δημόπουλος, προχώρησαν σε μια σύνοψη των οδηγιών εμβολιασμού, με βάση το Εθνικό Εμβολιαστικό Πρόγραμμα 2025 και τις κατευθυντήριες οδηγίες σε Ογκολογία και Αιματολογία.

Συστήνεται ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός για όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς άνω των 65 ετών μπορούν να εμβολιάζονται και με τα ενισχυμένα τετραδύναμα αδρανοποιημένα εμβόλια QIV-HD (εμβόλιο υψηλής δόσης) και aQIV (εμβόλιο με ανοσοενισχυτικό). Ειδικά για τους ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα συστήνεται η χορήγηση 2 δόσεων με ένα μήνα διαφορά, σύμφωνα με τις οδηγίες της Παγκόσμιας Ομάδας Μελέτης του Πολλαπλού Μυελώματος. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνεται 1 δόση 3-12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Συστήνεται ο αναμνηστικός εμβολιασμός με επικαιροποιημένο εμβόλιο τουλάχιστον 3 μήνες μετά από την τελευταία δόση ή από την τελευταία νόσηση από SARS-CoV-2, ειδικά σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω ή/και σε άτομα με ανοσοκαταστολή. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συστήνεται σχήμα 3 δόσεων από τους 3 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Μπορεί να συγχορηγηθεί με το αντιγριπικό εμβόλιο.

Συστήνεται 1 δόση συζευγμένου εμβολίου PCV20. Αν έχει προηγηθεί εμβολιασμός με PCV13 και PPSV23, τότε ακολουθεί 1 άπαξ δόση PCV20 τουλάχιστον 5 χρόνια μετά την τελευταία δόση. Αν έχει προηγηθεί είτε το PCV13 είτε το PPSV23, τότε διενεργείται 1 άπαξ δόση PCV20 ένα έτος αργότερα. Αν δεν έχει προηγηθεί καμία δόση με PCV13 ή με PPSV23, τότε διενεργείται 1 δόση PCV20. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνονται 3 δόσεις PCV20 ανά 1-2 μήνες ξεκινώντας 3-6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση, καθώς και μια 4η δόση τουλάχιστον 6 μήνες μετά την 3η δόση ή 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Συστήνεται 1 δόση του εμβολίου σε άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, σε άτομα ηλικίας 60-74 με αυξημένο κίνδυνο όπως ανοσοκαταστολή (φαρμακευτική ή λόγω νόσου). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνεται 1 δόση μετά τους 3 μήνες από τη μεταμόσχευση.

Συστήνονται 3 δόσεις 6 μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων σε μεσοδιάστημα 1-2 μηνών. Στα υπόλοιπα άτομα με ανοσοκαταστολή χορηγείται 1 δόση εφόσον δεν έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν.

Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων 6 μήνες πριν, συστήνονται 2 δόσεις εμβολίου για το μηνιγγιτιδόκοκκο Β (MenB) και 2-3 δόσεις τετραδύναμου εμβολίου MenACWY για το μηνιγγιτιδόκοκκο σε μεσοδιάστημα 2 μηνών.

Συστήνεται 1 δόση Tdap εάν δεν έχει προηγηθεί εμβολιασμός, και ακολούθως Td ή Tdap κάθε 10 έτη. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνονται 3 δόσεις DTap ξεκινώντας 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Συστήνεται η χορήγηση 2 δόσεων ανασυνδυασμένου εμβολίου σε μεσοδιάστημα 2 έως 6 μηνών σε ηλικία 60 ετών και άνω σε ανοσοεπαρκείς. Σε 18 ετών και άνω με ανοσοκαταστολή, η σύσταση είναι η δεύτερη δόση να γίνεται 1-2 μήνες από την πρώτη. Το RZV είναι ασφαλές και αποτελεσματικό όταν χορηγείται ένα χρόνο μετά από νόσηση από έρπητα ζωστήρα και 5 ή περισσότερα χρόνια μετά από προηγούμενο εμβολιασμό με ζώντα εξασθενημένο ιό (ZVL). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συστήνονται 2 δόσεις με μεσοδιάστημα 1-2 μήνες ξεκινώντας στους 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Η διακοπή λήψης προφυλακτικής αντι-ιικής αγωγής για τον έρπητα μετά τον εμβολιασμό θα πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό σύμφωνα με τις εκάστοτε κατευθυντήριες οδηγίες σε εξατομικευμένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα κάποιοι ασθενείς να εμφανίζουν μειωμένη ανοσολογική απόκριση στον εμβολιασμό.

Συστήνονται 3 δόσεις για επίνοσους ενήλικες που δεν έχουν εμβολιασθεί στην παιδική ηλικία και ανήκουν σε ομάδες ατόμων σε αυξημένο κίνδυνο (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια ηπατική νόσο, ηπατίτιδα C, αιμοδιάλυση, υψηλού κινδύνου σεξουαλικές συνήθειες) ή 6 μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων με ακόλουθο έλεγχο αντισωματικής απάντησης.

Συστήνονται 2 δόσεις σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου να αναπτύξουν ηπατίτιδα Α.

Το HPV9 συνιστάται για ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18-45 ετών με κακοήθη νεοπλάσματα ή/και ανοσοκαταστολή, καθώς και σε γυναίκες που είναι ανεμβολίαστες και έχουν υποβληθεί ή πρόκειται να υποβληθούν σε κωνοειδή εκτομή (CIN2+). Συνιστάται η διενέργεια δύο δόσεων με μεσοδιάστημα 6 μηνών (σχήμα 0, 6) με εξαίρεση άτομα με λοίμωξη HIV και άτομα με ανοσοκαταστολή ή λήψη ανοσοκατασταλτικής αγωγής στα οποία συνιστάται η διενέργεια τριών δόσεων (σχήμα 0, 1–2, 6 μήνες). Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συνιστάται σχήμα 3 δόσεων από τον 6ο μήνα και έπειτα.

Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συστήνονται 3 δόσεις μετά τους 6 μήνες από τη μεταμόσχευση.

Τα άτομα που γεννήθηκαν πριν το 1970 θεωρούνται άνοσα. Όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970, θα πρέπει να έχουν εμβολιασθεί με δύο δόσεις MMR, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων μεταξύ των δόσεων, εκτός αν υπάρχει αντένδειξη ή ιστορικό νόσου. Σε ασθενείς με κακοήθειες, ο εμβολιασμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ανάγκη ανοσοποίησης θα πρέπει να αξιολογείται μετά τα 2 έτη σε εξατομικευμένη βάση.

Όλοι οι ενήλικες που γεννήθηκαν μετά το 1990 και δεν έχουν αποδεδειγμένη ανοσία στην ανεμευλογιά (προηγηθείσα νόσηση ή εμβολιασμό), πρέπει να εμβολιάζονται με 2 δόσεις εμβολίου ανεμευλογιάς, εκτός και υπάρχει αντένδειξη. Σε ασθενείς με κακοήθειες, ο εμβολιασμός θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ανάγκη ανοσοποίησης θα πρέπει να αξιολογείται μετά τα 2 έτη σε εξατομικευμένη βάση.