Σύμφωνα με νέα μελέτη, περίπου 4 στους 5 ανθρώπους που είχαν αναφέρει αλλαγές στην όσφρησή τους μετά τη λοίμωξη, εξακολουθούσαν να έχουν χαμηλές επιδόσεις σε κλινικές δοκιμασίες ανίχνευσης οσμών περίπου δύο χρόνια αργότερα.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι 2 στους 3 ασθενείς που δήλωσαν ότι δεν παρατήρησαν καμία διαφορά στην όσφρησή τους, σημείωσαν επίσης χαμηλά σκορ στα ίδια τεστ.
«Τα ευρήματά μας επιβεβαιώνουν ότι όσοι έχουν ιστορικό λοίμωξης COVID-19, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εξασθενημένης όσφρησης, ένα πρόβλημα που παραμένει υποτιμημένο στον γενικό πληθυσμό», δήλωσε η Δρ. Leora Horwitz, καθηγήτρια Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η μείωση ή απώλεια της όσφρησης έχει σοβαρό αντίκτυπο στην υγεία, καθώς έχει συνδεθεί με:
Επιπλέον, οι διαταραχές της όσφρησης αποτελούν συχνά πρώιμο προειδοποιητικό σημάδι νευροεκφυλιστικών παθήσεων, όπως η νόσος Πάρκινσον ή το Αλτσχάιμερ.
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 3.525 άτομα που συμμετείχαν σε μακροχρόνια μελέτη για τις επιπτώσεις της COVID-19: 2.956 είχαν νοσήσει, ενώ 569 δεν είχαν μολυνθεί.
Οι συμμετέχοντες απαντούσαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με τα συμπτώματά τους κάθε 90 ημέρες από τον Οκτώβριο του 2021 έως τον Ιούνιο του 2025.
Στο πλαίσιο της μελέτης, υποβλήθηκαν και σε τεστ όσφρησης, όπου έπρεπε να αναγνωρίσουν 40 διαφορετικές οσμές από ειδικές επιφάνειες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν:
«Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εξετάζουν συστηματικά την όσφρηση στο πλαίσιο της μετα-COVID παρακολούθησης. Ακόμη και μια ελαφρώς μειωμένη όσφρηση, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ψυχική και σωματική υγεία», σημειώνει η Horwitz.
Γιατροί στο σπίτι σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και άλλες περιοχές
Με ένα τηλεφώνημα στο 1151, εξειδικευμένοι ιατροί έρχονται άμεσα στον χώρο σας για ποιοτική φροντίδα χωρίς μετακινήσεις.
Καλέστε στο 1151Είναι ενδιαφέρον ότι περίπου 60% των συμμετεχόντων που δεν είχαν ποτέ διαγνωστεί με COVID-19 είχαν επίσης χαμηλά σκορ. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι κάποιοι ίσως νόσησαν χωρίς να το γνωρίζουν, ιδίως στα πρώτα στάδια της πανδημίας, όταν τα τεστ δεν ήταν ευρέως διαθέσιμα.
Οι επιστήμονες διερευνούν ήδη μεθόδους για την αποκατάσταση της όσφρησης που έχει υποστεί βλάβη λόγω Covid-19, όπως:
Η πλήρης κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο ιός επηρεάζει τα αισθητηριακά συστήματα του εγκεφάλου, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες στο μέλλον.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA Network Open.
Σύμφωνα με νέα μελέτη, περίπου 4 στους 5 ανθρώπους που είχαν αναφέρει αλλαγές στην όσφρησή τους μετά τη λοίμωξη, εξακολουθούσαν να έχουν χαμηλές επιδόσεις σε κλινικές δοκιμασίες ανίχνευσης οσμών περίπου δύο χρόνια αργότερα.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι 2 στους 3 ασθενείς που δήλωσαν ότι δεν παρατήρησαν καμία διαφορά στην όσφρησή τους, σημείωσαν επίσης χαμηλά σκορ στα ίδια τεστ.
«Τα ευρήματά μας επιβεβαιώνουν ότι όσοι έχουν ιστορικό λοίμωξης COVID-19, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εξασθενημένης όσφρησης, ένα πρόβλημα που παραμένει υποτιμημένο στον γενικό πληθυσμό», δήλωσε η Δρ. Leora Horwitz, καθηγήτρια Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η μείωση ή απώλεια της όσφρησης έχει σοβαρό αντίκτυπο στην υγεία, καθώς έχει συνδεθεί με:
Επιπλέον, οι διαταραχές της όσφρησης αποτελούν συχνά πρώιμο προειδοποιητικό σημάδι νευροεκφυλιστικών παθήσεων, όπως η νόσος Πάρκινσον ή το Αλτσχάιμερ.
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 3.525 άτομα που συμμετείχαν σε μακροχρόνια μελέτη για τις επιπτώσεις της COVID-19: 2.956 είχαν νοσήσει, ενώ 569 δεν είχαν μολυνθεί.
Οι συμμετέχοντες απαντούσαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με τα συμπτώματά τους κάθε 90 ημέρες από τον Οκτώβριο του 2021 έως τον Ιούνιο του 2025.
Στο πλαίσιο της μελέτης, υποβλήθηκαν και σε τεστ όσφρησης, όπου έπρεπε να αναγνωρίσουν 40 διαφορετικές οσμές από ειδικές επιφάνειες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν:
«Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εξετάζουν συστηματικά την όσφρηση στο πλαίσιο της μετα-COVID παρακολούθησης. Ακόμη και μια ελαφρώς μειωμένη όσφρηση, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ψυχική και σωματική υγεία», σημειώνει η Horwitz.
Είναι ενδιαφέρον ότι περίπου 60% των συμμετεχόντων που δεν είχαν ποτέ διαγνωστεί με COVID-19 είχαν επίσης χαμηλά σκορ. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι κάποιοι ίσως νόσησαν χωρίς να το γνωρίζουν, ιδίως στα πρώτα στάδια της πανδημίας, όταν τα τεστ δεν ήταν ευρέως διαθέσιμα.
Οι επιστήμονες διερευνούν ήδη μεθόδους για την αποκατάσταση της όσφρησης που έχει υποστεί βλάβη λόγω Covid-19, όπως:
Η πλήρης κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο ιός επηρεάζει τα αισθητηριακά συστήματα του εγκεφάλου, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες στο μέλλον.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA Network Open.